Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

"Ο πειρατής κι ο νάνος", παραμύθι από τους μαθητές της Β΄ τάξης.


  Το παραμύθι που ακολουθεί είναι μια συλλογική δημιουργία των μαθητών της Β’ τάξης, που προέκυψε από το μάθημα της Γλώσσας και συγκεκριμένα από την Ενότητα 7, «Πώς λέμε ΟΧΙ;» , του σχολικού εγχειριδίου «Ταξίδι στον κόσμο της γλώσσας» (βιβλίο μαθητή, Α’ τεύχος). Η ενότητα αυτή διαπραγματεύεται το παραμύθι ως κειμενικό είδος και ωθεί τα παιδιά να γράψουν το δικό τους παραμύθι χρησιμοποιώντας μάλιστα και τις λέξεις 

              άμαξα, βαρέλι, βιολί, νησί, πειρατής, ήλιος, διαμάντι, πυξίδα, παπαγάλος, νάνος.

Αφού οι μαθητές αποφάσισαν και κατέληξαν σε ένα συγκεκριμένο τέλος για το παραμύθι, στη συνέχεια κάθε μαθητής παροτρύνθηκε να σκεφτεί και να γράψει τον δικό του τίτλο, καθώς και να αλλάξει την κατάληξη της ιστορίας και να φανταστεί μια διαφορετική.

                                                          Ο πειρατής κι ο νάνος



 Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πειρατής σ’ ένα νησί που το έλεγαν Πειρατονήσι. Μια μέρα με δυνατό ήλιο καθόταν στη σκιά ενός φοίνικα, όταν ήρθε κοντά του ένας κουτσομπόλης παπαγάλος

 -         Θα πάρω τα διαμάντια! Θα πάρω τα διαμάντια! Φώναζε ο παπαγάλος.


Ο πειρατής πετάχτηκε αμέσως σαν ελατήριο!

-         Ποια διαμάντια; Ρώτησε με την ελπίδα να πάρει μια απάντηση.

-         Τα διαμάντια του νάνου! Τα διαμάντια του νάνου! είπε πάλι ο παπαγάλος.


-         Και πού βρίσκονται αυτά τα διαμάντια; συνέχισε ο πειρατής.

-         Σε μια άμαξα, σε μια άμαξα! απάντησε ο παπαγάλος.

-         Και πού είναι αυτή η άμαξα; άρχισε να χάνει την υπομονή του ο πειρατής!

-         Στο νησί των νάνων! Στο νησί των νάνων! είπε επιτέλους ο παπαγάλος.






Μια και δυο ο πειρατής ετοιμάζει το καράβι του, παίρνει και την πυξίδα του να του δείχνει τη σωστή κατεύθυνση και σαλπάρει για το Νανονήσι!













Μόλις κατέβηκε στην ακτή, πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος. Μετά από πολύ περπάτημα συνάντησε μπροστά του την άμαξα που κατοικούσε ο νάνος. Χωρίς να χάσει χρόνο, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε το νάνο. Σε μια γωνιά υπήρχε και ένα βαρέλι που ξεχείλιζε διαμάντια! 













-         Ήρθα για να πάρω αυτό το βαρέλι με τα διαμάντια! είπε ο πειρατής στο νάνο με όλη του την αγριάδα.

-         Και ποιος σου είπε ότι θα σε αφήσω; Αυτά τα διαμάντια είναι δικά μου! διαμαρτυρήθηκε ο νάνος.




 Τότε ο πειρατής έβγαλε το μαγικό του βιολί, που είχε βρει σε κάποιο του ταξίδι, και άρχισε να παίζει. Το βιολί αυτό είχε την ιδιότητα να νανουρίζει όποιον το άκουγε. Έτσι ο νάνος αποκοιμήθηκε κατευθείαν!



Ο πειρατής, όταν είδε το νάνο να κοιμάται του καλού καιρού, πήρε το βαρέλι στην αγκαλιά του και το πήγε στο καράβι του. Την ώρα που άφηνε την ακτή πίσω του, είδε το νάνο να τρέχει και να βουτάει στη θάλασσα, για να τον προλάβει! Μάταια, όμως… Ο πειρατής έφτασε στο Πειρατονήσι, ενώ ο νάνος ακόμα κολυμπάει…                                                                                 
                                                                                                          

                                                                                                               Ελευθερία Ζέλκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου